Κάτι που δε μπορώ να βγάλω απ' το μυαλό μου
Είναι 3 Σεπτέμβρη 2011. Από τη Ναύπακτο έχω πάει Αθήνα για να περάσω ένα Σαββατοκύριακο εκεί μετά από πολλά χρόνια, αλλά και για να δω τι συμβαίνει στο περίφημο Σύνταγμα. Διά ζώσης, γιατί εικόνα είχα από τα διάφορα live streamings στο διαδίκτυο.
Σάββατο απογευματάκι βρίσκομαι στο Σύνταγμα. Ο κόσμος δεν είναι πολύς ακόμα. Αλλά δεν απογοητεύομαι. Είμαι σίγουρος ότι ο κόσμος θα έρθει. Ξαφνικά και από κάπου.
Κόσμος μαζεύτηκε -σίγουρα 5,000 άτομα στο πάνω και κάτω μέρος της πλατείας- και μετά από τα κλασικά συνθήματα και τον πανηγυρικό αποκλεισμό της Αμαλίας, συγκεντρωθήκαμε στο κάτω μέρος της πλατείας για να ξεκινήσουμε για άλλη μια μέρα (για μένα όμως ήταν η πρώτη) τη γενική συνέλευση.
Όχι, αυτό το κείμενο δεν αφορά τη γενική συνέλευση. Ούτε συναισθήματα εντυπωσιασμού από το γενικό φαινόμενο των πλατειών. Η πλατεία με συνεπήρε όταν την παρακολουθούσα από Αγγλία, τώρα απλά την βίωνα από κοντά. Και ειλικρινά μου φάνηκε σαν να ήμουν εκεί από παλιά. Δε χρειαζόμουν χρόνο για να επεξεργαστώ τα τεκτενόμενα, ούτε είχα απορίες. Ήμουν εγκλιματισμένος.
Η συνέλευση έχει ξεκινήσει και ομιλητές ανεβαίνουν, διαβάζουν, καταθέτουν τις απόψεις και την ψυχή τους. Σε εμένα δε λένε κάτι νέο, τα έχω ακούσει ξανά όλα αυτά. Σε άλλους όμως λένε. Και για ορισμένους η όλη διαδικασία είναι μια μορφή ψυχοθεραπείας και εκτόνωσης. Εγώ θέλω πολύ περισσότερα για να εκτονοθώ, είμαι ανικανοποίητος.
Στο πάνω μέρος της πλατείας το μπλοκ των αναρχικών προσπαθεί να παραμείνει στην Αμαλίας. Αυτό το μπλοκ ατόμων -κατά κάποιο τρόπο ομοιόμορφα ντυμένο- δε συμμετέχει στη συνέλευση. Δεν το γνώριζα αυτό πριν. Από εδώ και στο εξής, θα αναφέρομαι σε αυτούς ως τα 'παιδιά με τα μαύρα' ή σκέτο τα 'παιδιά'.

Τα ΜΑΤ κατεβαίνουν και βιαίως (χτυπήματα σε κεφάλια και χρήση χειροβομβίδων κρότου λάμψης) απωθούν τα παιδιά από την Αμαλίας. Τα παιδιά με τα μαύρα δεν το βάζουν στα πόδια και περιφρουρούν την πλατεία. Στέκονται ηρωικά στο πάνω μέρος των σκαλιών της πλατείας και δεν επιτρέπουν στα ΜΑΤ να εισέλθουν στο γενικότερο χώρο της.
Αυτό βέβαια το κατάλαβα την επόμενη μέρα -τότε νόμιζα ότι τα παιδιά με τα μαύρα ήταν κάποιοι ηλίθιοι πορωμένοι ή ακόμη και προβοκάτορες που προκαλούσαν τα ΜΑΤ και ουσιαστικά δημιουργούσαν την αφορμή που ζητούσαν ώστε να εισέλθουν στην πλατεία.
Απ' ότι φάνηκε τα ΜΑΤ θα έμπαιναν στην πλατεία έτσι κι αλλιώς και θα χτυπούσαν όποιον έβρισκαν στο δρόμο τους. Αγόρια, κορίτσια, μπαρμπάδες, το συντριβάνι και τους κάδους. Αυτές είναι οι εντολές τους. Να επιβάλλουν απολυταρχία.
«Ωραία» ως εδώ.
Το γεγονός που σημάδεψε τη μέρα μου και το σκέφτομαι ακόμη και τώρα έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της γενικής συνέλευσης και ενώ τα ΜΑΤ είχαν απωθήσει τα παιδιά από την Αμαλίας και τα είχαν στριμώξει στις σκάλες στην κορυφή της πλατείας Συντάγματος.
Μία κοπέλα κατέβηκε τρέχοντας, έσπρωξε κόσμο και από τα πλάγια ήρθε να ουρλιάξει εναντίον της γενικής συνέλευσης και ημών που συμμετείχαμε. «Θα έπρεπε να ντρέπεστε! Τι νομίζετε ότι κάνετε εδώ; Ηλίθιοι! Ελάτε πάνω!», είναι μερικές από τις φράσεις που φώναξε με όλη τη δύναμη της φωνής και της ψυχής της. Ο κόσμος της είπε να σκάσει και να πάει από εκεί που ήρθε.
Πολλοί είπαν ότι η κοπέλα είναι βαλτή, ανήκει στους γνωστούς προβοκάτορες. Και σ' εμένα, εκείνη τη στιγμή, μέσα στο άγχος των επεισοδίων, την έκπληξη και την υπερένταση κάτι τέτοιο φάνηκε ως μια λογική εξήγηση. Απλά συγχρόνως σκέφτηκα ότι η κοπέλα αυτή θα έπρεπε να ήταν -εκτός από προβοκάτορας- μια ευφυής και άριστη ηθοποιός. Τέτοιο συναίσθημα και πάθος δε βλέπει κανείς κάθε μέρα. Εκείνη τη στιγμή προσπέρασα αυτό το γεγονός εύκολα και συνέχισα να παρακολουθώ τη συνέλευση (που είχε ήδη αρχίσει να γίνεται τετριμμένη).
Δεν πέρασαν 15 λεπτά -και ενώ τα επεισόδια και οι αψυμαχίες συνεχίζοταν στο πάνω μέρος της πλατείας- μια άλλη κοπέλα κατέβηκε τρέχοντας, βγήκε μετωπικά με το μικρόφωνο της συνέλευσης και ξεκίνησε και εκείνη να ουρλιάζει. Αυτά που είπε βρίσκονταν στο ίδιο μοτίβο με τα λεγόμενα της προηγούμενης κοπέλας. Ότι είναι βλακώδες αυτό που κάνουμε, ότι έτσι δε θα καταφέρουμε τίποτα και ένα ειρωνικό μπράβο. Με άλλα λόγια, μπράβο μαλάκες, νομίζετε ότι κάτι καταφέρνετε με τις συνελεύσεις σας. Καθήστε εδώ κάτω, εμείς εκεί πάνω δίνουμε αγώνα.

Και αυτή τη φορά, όπως και προηγουμένως, μπορούσα να διακρίνω την κοπέλα, το πρόσωπο, τα μάτια και την έκφρασή της.
Μερικοί διαδηλωτές, πολύ ψυχροί και ανεπηρέαστοι από τον συναισθηματικό φόρτο της κοπέλας, της είπαν να πάει πίσω στο «μαγαζάκι» της. Εγώ τσαντίστηκα. Σκέφτηκα ότι, αφού εσείς γνωρίζετε ότι αυτή η κοπέλα είναι προβοκάτορας και δημιουργεί εσκεμμένα πρόβλημα, γιατί δεν κάνετε κάτι πιο δραστικό για αυτό;
Η συνέλευση είχε γίνει υπερβολικά βαρετή -μίλησε και ένας φοιτητής που κατηγόρησε όλα τα κόμματα της Βουλής εκτός από το ΚΚΕ και το ΣΥΡΙΖΑ. Η επανάσταση με κούρασε και ήθελα να φύγω.
Όντως λίγο πριν μπει η αστυνομία στην πλατεία, κατάφερα και έφυγα με το μετρό. Δεν είμαι άξιος επαναστάτης. Έτσι κι αλλιώς η επανάσταση απουσίαζε εκείνο το βράδυ. Σαν ανακεφαλαίωση αυτών που βίωσα έγραψα αυτό το κείμενο, το οποίο καταλήγει στο ότι οι πλατείες είναι ένας αναγκαίος μηχανισμός κοινωνικοπολιτικής έκφρασης. Το πιστεύω αυτό.
Αλλά, ακόμη αναρωτιέμαι. Μήπως οι κοπέλες είχαν δίκιο; Μήπως μερικοί -μπορεί και άθελά τους- προβοκάτορες βρίσκονται στο κάτω μέρος της πλατείας; Μήπως πρέπει να αναθεωρήσουμε κάποια πράγματα;
Δε μου αρέσουν τα απαθή βλέμματα, τα απαθή πρόσωπα. Μου θυμίζουν τους πολιτικούς, το ψεύτικο, το ανούσιο, το τιποτένιο.
Οι κοπέλες που ούρλιαξαν κατά της λαϊκής συνέλευσης την 3η Σεπτεμβρίου 2011 έχουν χαραχθεί στο μυαλό μου. Στην αρχή τις μίσησα, μετά τις αγάπησα.
Μπορεί να είχαν απόλυτο δίκιο.
